Το ύψος των συντάξεων: τι προβλέπεται και τι μπορεί να γίνει
Υπάρχει ένας αριθμός που κυκλοφορεί τους τελευταίους μήνες: η μέση σύνταξη φτάνει τα 1.000 ευρώ. Και υπάρχει μια εμπειρία που δεν συμφωνεί καθόλου με αυτόν: άνθρωποι που δούλεψαν τριάντα και σαράντα χρόνια και βγαίνουν με ποσά από τα οποία δεν ζει κανείς.
Δεν είναι ότι ο ένας από τους δύο λέει ψέματα. Είναι ότι ο μέσος όρος, σε μια κατανομή σαν την ελληνική, είναι ο χειρότερος δυνατός τρόπος να περιγράψεις την πραγματικότητα.
Και από πίσω έρχεται κάτι ακόμα: η επίσημη πρόβλεψη ότι οι συντάξεις θα συρρικνωθούν κι άλλο, περίπου 17% έως το 2070 — όχι με περικοπή, αλλά με τον τρόπο που υπολογίζονται.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι εύλογο. Πάμε σε συντάξεις επιδοματικού χαρακτήρα; Και αν ναι, τι κάνει κανείς;
Τι κρύβει ο μέσος όρος
Στα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ για τον Αύγουστο του 2026, μία στις επτά κύριες συντάξεις γήρατος — 264.664 συντάξεις — είναι έως 500 ευρώ, με μέσο ποσό 345,88 ευρώ. Πάνω από τα 2.000 ευρώ βρίσκονται 82.113, δηλαδή μόλις το 4,2%.
Εκεί είναι και η απάντηση στο παράδοξο. Ο μέσος όρος τραβιέται προς τα πάνω από μια μικρή μειοψηφία υψηλών συντάξεων — οι 34.451 πάνω από 2.500 ευρώ έχουν μέσο όρο 3.189,74 ευρώ. Η τυπική σύνταξη δεν είναι ο μέσος όρος — είναι κάπου γύρω στα 700 ευρώ μικτά.
Και αυτά αφορούν μόνο τη σύνταξη γήρατος. Στις συντάξεις λόγω θανάτου, 579.324 από τις 661.591 — περίπου οι εννιά στις δέκα — είναι έως 1.000 ευρώ. Στις αναπηρικές, πάλι εννιά στις δέκα. Και η επικουρική, που υποτίθεται ότι συμπληρώνει την κύρια, στις περισσότερες περιπτώσεις κινείται μεταξύ 100 και 300 ευρώ.
Για τα 1.000 ευρώ, μια διευκρίνιση που έχει σημασία: πρόκειται για προβλέψεις δημοσιογραφικών αναλύσεων, όχι για επίσημη εξαγγελία με δέσμευση. Η μέση σύνταξη γήρατος αναφέρεται σήμερα στα 975 ευρώ μικτά, και με εκτιμώμενη αύξηση γύρω στο 2,7% φτάνει τα 1.000 μέσα στο 2027. Μικτά, όχι καθαρά — και ως μέσος όρος, όχι ως το ποσό που βλέπει ο τυπικός συνταξιούχος.
Το −17% έως το 2070
Πρώτα μια διευκρίνιση που αλλάζει τη συζήτηση: δεν πρόκειται για περικοπή. Κανείς δεν πρόκειται να ψηφίσει μείωση συντάξεων κατά 17%. Η μείωση είναι έμμεση και προκύπτει από τον ίδιο τον τρόπο υπολογισμού.
Μέχρι τα μνημόνια, οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονταν στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας — δηλαδή στα καλύτερα χρόνια της καριέρας. Από τον ν. 3863/2010 και μετά, και οριστικά με τους νόμους 4387/2016 και 4670/2020, υπολογίζονται στον μέσο όρο ολόκληρου του εργασιακού βίου, αναπροσαρμοσμένο στον πληθωρισμό.
Η διαφορά δεν φαίνεται σήμερα, γιατί οι σημερινοί συνταξιούχοι έχουν μεγάλο μέρος του βίου τους στο παλιό καθεστώς. Θα φανεί όσο βγαίνουν στη σύνταξη όσοι δούλεψαν ολόκληρη την καριέρα τους με τον νέο τύπο. Η εκτίμηση του 17% προέρχεται από τον δρα Βασίλη Μπέτση και υποθέτει ότι ο μισθός ενός ασφαλισμένου αυξάνεται όσο ο πληθωρισμός συν η αύξηση του ΑΕΠ σε όλη του την καριέρα.
Η ίδια τάση φαίνεται και στα ευρωπαϊκά στοιχεία. Κατά την έκθεση της ΕΚΤ, το επίπεδο των συνταξιοδοτικών παροχών στην Ελλάδα υποχωρεί από 76% το 2022 σε 53% το 2070. Η συνταξιοδοτική δαπάνη πέφτει αντίστοιχα από 14,5% σε 12% του ΑΕΠ, τη στιγμή που ο μέσος όρος της ΕΕ-27 ανεβαίνει από 11,4% σε 11,8%.
Με απλά λόγια: η Ελλάδα εξασφάλισε τη βιωσιμότητα του συστήματός της κυρίως μειώνοντας τις παροχές, και σε αυτό είναι πρωταθλήτρια στην Ευρώπη για την περίοδο 2022–2070.
Το αποτύπωμα φαίνεται ήδη. Το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 κάτω από το όριο της φτώχειας ανέβηκε από 19,3% το 2021 σε 23,3% το 2024.
Η επιλογή πίσω από τους αριθμούς
Ένα διανεμητικό σύστημα σαν το ελληνικό έχει τρεις βίδες και μόνο τρεις: πόσα εισπράττει, πόσα πληρώνει, και πότε αρχίζει να πληρώνει. Όταν ο δείκτης γήρανσης τρέχει από 39% το 2022 προς 66% το 2070, κάτι πρέπει να υποχωρήσει.
Η Ελλάδα διάλεξε, κυρίως, το ύψος των παροχών. Κατά τα στοιχεία της ΕΚΤ, η γήρανση από μόνη της θα ανέβαζε τη δαπάνη κατά 7,5 μονάδες του ΑΕΠ. Αντισταθμίζονται από 6,5 μονάδες μείωσης των συντάξεων, 1 μονάδα από τη μείωση των συνταξιούχων ως ποσοστό του πληθυσμού 65+, και 2,4 μονάδες από την αύξηση όσων εργάζονται έως τα 74.
Διαβάστε το ξανά: σχεδόν ολόκληρη η προσαρμογή πέφτει στο ύψος της σύνταξης και στη διάρκεια του εργασιακού βίου. Αυτή είναι η πολιτική επιλογή, και είναι ήδη νομοθετημένη.
Υπάρχει και η άλλη όψη. Σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, οι Έλληνες συνταξιούχοι δεν τα πάνε άσχημα: το σχετικό εισόδημα των 65+ προς την ομάδα 18–64 ήταν 95,3% το 2023, τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ μετά το Λουξεμβούργο και την Ισπανία. Αυτό όμως λέει κάτι διαφορετικό από ό,τι ακούγεται: δεν σημαίνει ότι οι συντάξεις είναι καλές, σημαίνει ότι και οι μισθοί είναι χαμηλοί.
Και σημαίνει ότι το περιθώριο για βελτίωση είναι περιορισμένο. Σε μια οικονομία με χαμηλούς μισθούς, οι εισφορές που μπαίνουν στο σύστημα είναι λίγες — και η σύνταξη που βγαίνει δεν μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτές.
Πάμε σε συντάξεις επιδοματικού χαρακτήρα;
Η ειλικρινής απάντηση είναι: εν μέρει, και όχι για όλους το ίδιο.
Το σύστημα έχει ήδη δύο ταχύτητες μέσα του. Η εθνική σύνταξη — 446 ευρώ σήμερα, με πρόβλεψη γύρω στα 458 μετά τις αυξήσεις — είναι εξ ορισμού επιδοματική: δεν εξαρτάται από τις εισφορές, χρηματοδοτείται από τη φορολογία, και είναι ίδια για όλους με 20 έτη ασφάλισης. Η ανταποδοτική είναι το κομμάτι που ανταποκρίνεται σε όσα πλήρωσες.
Όσο η ανταποδοτική συρρικνώνεται — και αυτό ακριβώς προβλέπει το −17% — τόσο μεγαλύτερο μέρος της σύνταξης προέρχεται από το επιδοματικό σκέλος. Για κάποιον με χαμηλό μισθό και διακεκομμένη ασφάλιση, η σύνταξη είναι ήδη σχεδόν εξ ολοκλήρου επιδοματική.
Για κάποιον με σταθερή καριέρα 40 ετών και αξιοπρεπή μισθό, όχι. Εκεί η ανταποδοτική εξακολουθεί να κάνει τη διαφορά.
Άρα η σωστή διατύπωση δεν είναι «όλοι θα παίρνουν επίδομα». Είναι ότι η ψαλίδα ανοίγει: όποιος δεν έχει πολλά χρόνια πραγματικής ασφάλισης με καλές αποδοχές, καταλήγει σε ένα ποσό που λειτουργεί ως δίχτυ επιβίωσης και όχι ως αντικατάσταση εισοδήματος.
Και ναι — αυτό σημαίνει ότι η κύρια σύνταξη, μόνη της, δεν αρκεί πια ως σχέδιο. Το ίδιο το σύστημα το παραδέχεται έμμεσα: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ως λύση στον κίνδυνο ανεπαρκών συντάξεων τις συμπληρωματικές συντάξεις από επαγγελματικά ταμεία. Όταν ο θεσμικός σχεδιαστής λέει ότι χρειάζεται δεύτερος πυλώνας, λέει ότι ο πρώτος δεν θα φτάνει.
Γιατί η εργασία δεν είναι η απάντηση
Η πιο συχνή απάντηση που ακούγεται είναι «θα δουλεύεις και θα παίρνεις σύνταξη». Από το 2024 αυτό επιτρέπεται χωρίς περικοπή — με πόρο 10% στον μισθό ή προσαύξηση 50% στην εισφορά για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Ως λύση όμως έχει ένα όριο που κανένας νόμος δεν ξεπερνά: το σώμα.
Ο μέσος Έλληνας ασφαλισμένος εργάζεται 41 έτη και ζει ως συνταξιούχος άλλα 20,1. Η μέση ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 64. Αν η απάντηση στη χαμηλή σύνταξη είναι «συνέχισε να δουλεύεις», τότε η απάντηση ισχύει για τα πρώτα πέντε ή επτά χρόνια — και μετά σταματά να ισχύει, ακριβώς τη στιγμή που τα έξοδα υγείας ανεβαίνουν.
Υπάρχουν και δύο πρακτικά προβλήματα που σπάνια λέγονται:
- Η αγορά εργασίας δεν προσλαμβάνει στα 70. Η δυνατότητα να εργάζεσαι δεν σημαίνει ότι θα βρεις εργασία. Για χειρωνακτικά επαγγέλματα, ούτε στα 65.
- Ο χρόνος που δουλεύεις ως συνταξιούχος αποδίδει λίγα. Η προσαύξηση της σύνταξης υπολογίζεται με τις κανονικές εισφορές, όχι με τον πρόσθετο πόρο — και για έναν μισθωτό κινείται γύρω στο 0,77% των αποδοχών ανά έτος εργασίας.
Η εργασία μετά τη σύνταξη είναι χρήσιμη γέφυρα για μια μεταβατική περίοδο. Δεν είναι συνταξιοδοτικό σχέδιο.
Τι υπάρχει πραγματικά ως λύση
Δεν υπάρχει μία. Υπάρχουν πέντε μοχλοί, με πολύ διαφορετική απόδοση ανάλογα με την ηλικία.
1. Ο χρόνος ασφάλισης — ο ισχυρότερος μοχλός και ο πιο παραμελημένος. Κάθε έτος πραγματικής ασφάλισης προσθέτει στην ανταποδοτική. Κενά που δεν διορθώθηκαν, εισφορές που ο εργοδότης δεν απέδωσε, χρόνος σε παλαιά ταμεία που δεν συνυπολογίστηκε — όλα αυτά αφαιρούν από τη σύνταξη για πάντα. Ο έλεγχος του ατομικού λογαριασμού στον e-ΕΦΚΑ δεν είναι γραφειοκρατία, είναι χρήμα.
2. Η αναγνώριση πλασματικού χρόνου. Θητεία, σπουδές, τέκνα, άδεια ανατροφής. Το κόστος εξαγοράς συγκρίνεται με δύο πράγματα: την προσαύξηση της σύνταξης και την επιτάχυνση της θεμελίωσης. Συχνά αποδίδει, όχι πάντα — και σε κάποιες ειδικές διατάξεις δεν μετράει καθόλου.
3. Η ασφαλιστική κατηγορία, για τους μη μισθωτούς. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες επιλέγουν κατηγορία, και η επιλογή αυτή καθορίζει ευθέως τη μελλοντική σύνταξη. Η πρώτη κατηγορία δίνει την ελάχιστη εισφορά και την ελάχιστη σύνταξη. Όποιος μένει εκεί για τριάντα χρόνια, ξέρει ήδη πού θα καταλήξει.
4. Το ΤΕΚΑ και ο δεύτερος πυλώνας. Το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης λειτουργεί με προκαθορισμένες εισφορές: ο ασφαλισμένος χτίζει προσωπικό κεφάλαιο αντί να εξαρτάται από τις εισφορές της επόμενης γενιάς. Υπάγονται υποχρεωτικά οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας, ενώ προαιρετική υπαγωγή προβλέπεται για μη μισθωτούς χωρίς υποχρέωση επικουρικής, γεννημένους από 1/1/1987 και μετά, μέσω της πλατφόρμας be.teka.gov.gr.
5. Επαγγελματικά ταμεία και ιδιωτική αποταμίευση. Είναι ο τρίτος πυλώνας, και είναι ο μόνος που δεν εξαρτάται από δημογραφικά. Στην Ελλάδα παραμένει υπανάπτυκτος — τα περιουσιακά στοιχεία των συνταξιοδοτικών ταμείων είναι κλάσματα του ΑΕΠ, όταν σε χώρες όπως η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς ξεπερνούν το 100%.
Κανένας από τους πέντε δεν λύνει το πρόβλημα μόνος του. Μαζί, κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια σύνταξη επιβίωσης και σε μια σύνταξη αξιοπρέπειας.
Οι μοχλοί 4 και 5 — τι αποδίδει, με ποιο ρίσκο, με ποια φορολογική μεταχείριση — δεν είναι νομικό ζήτημα: η συζήτηση γίνεται με λογιστή και με ασφαλιστικό ή επενδυτικό σύμβουλο. Ο ασφαλιστικός βίος, η θεμελίωση και οι αναγνωρίσεις είναι νομικά ζητήματα.
Τι σημαίνει αυτό ανάλογα με την ηλικία σας
| Ηλικία | Τι μετράει περισσότερο |
|---|---|
| 25–40 | Ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας. Έχετε 25+ χρόνια μπροστά σας, όπου ο ανατοκισμός κάνει τη δουλειά που δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο αργότερα. Η κύρια σύνταξή σας θα είναι η πιο αδύναμη όλων των γενεών. |
| 40–50 | Χρόνος ασφάλισης και αναγνωρίσεις. Ο έλεγχος του φακέλου τώρα δίνει χρόνο να διορθωθούν κενά. Παράλληλα, ακόμη προλαβαίνετε αποταμίευση δεκαπενταετίας. |
| 50–57 | Θεμελίωση και χρονικός σχεδιασμός. Εδώ κρίνεται αν θα πιάσετε ευνοϊκή μεταβατική διάταξη ή όχι, και η διαφορά μετριέται σε χρόνια εργασίας. |
| 57+ | Βελτιστοποίηση της εξόδου. Πλήρης ή μειωμένη, πότε ακριβώς, ποια διάταξη συμφέρει, τι αλλάζει αν δουλέψετε δύο χρόνια ακόμα. |
Κατακλείδα
Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα είναι, κατά τις επίσημες μελέτες, βιώσιμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα δίνει επαρκείς συντάξεις — σημαίνει ότι θα αντέχει να πληρώνει αυτές που θα δίνει.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι ακριβώς το πρόβλημα, και είναι ήδη ορατή στους 264.664 ανθρώπους που ζουν σήμερα με λιγότερα από 500 ευρώ τον μήνα.
Δεν υπάρχει μαγική λύση. Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που φτάνει στα 62 έχοντας ελέγξει τον φάκελό του, αναγνωρίσει ό,τι συνέφερε και χτίσει κάτι δίπλα στην κύρια σύνταξη, και σε κάποιον που φτάνει εκεί και μαθαίνει τα νούμερα για πρώτη φορά. Η διαφορά αυτή, σε μια εικοσαετία σύνταξης, μετριέται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ.
Μάριος Καρύδης, Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, μέλος ΔΣΑ.
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα, βασίζεται σε δημοσιευμένα στοιχεία και εκτιμήσεις τρίτων, και δεν αποτελεί νομική ή επενδυτική συμβουλή για συγκεκριμένη περίπτωση.
Πηγές
- HuffPost Greece — Η κατανομή των συντάξεων κατά κλιμάκιο, στοιχεία e-ΕΦΚΑ Αυγούστου 2026
- newmoney.gr — Κατά 17% θα μειωθούν οι συντάξεις έως το 2070 (Ageing Report 2024, έκθεση ΕΚΤ, εκτίμηση Β. Μπέτση)
- Έθνος — Η μέση σύνταξη και η πορεία προς τα 1.000 ευρώ
- in.gr — Κάτω από 1.000 ευρώ για τους μισούς συνταξιούχους
- Υπουργείο Εργασίας — Προαιρετική ασφάλιση στο ΤΕΚΑ
- Υπουργείο Εργασίας — Έναρξη λειτουργίας του ΤΕΚΑ
- ΙΔΟΜ — Μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος 2.0
- enikonomia.gr — Προσαύξηση σύνταξης για εργαζόμενους συνταξιούχους